«Δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου» — Ὁμιλία π. Ἰγνατίου Γρηγοριάτου

From ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ
Jump to: navigation, search

Σεβασμιώτατε ἅγιε Βεροίας, σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὰ καλά σας λόγια, ποὺ ναὶ μὲν βγῆκαν ἀπὸ μία καρδιὰ γεμάτη ἀγάπη, σὰν τὴν δικιά σας, ἀλλ᾽ ὅμως ἐγὼ ἔχω τὴν βαθειὰ συναίσθηση ὅτι αὐτὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἰπωθοῦν γιὰ κάποιον ἄλλο καὶ ὄχι γιὰ τὴν ἐλαχιστό­τητά μου.

Σεβασμιώτατε, σᾶς εὐχαριστῶ θερμά, ποὺ γιὰ δεύτερη φορὰ μὲ καλέσατε στὴν Ἱερὰ Μητρόπολή σας γιὰ νὰ μιλήσω πρὸς τὸν περιούσιο λαὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἡ Θεία Χάρις σᾶς ἀνέθεσε νὰ διαποιμαίνετε, καὶ εὔχομαι ἀπὸ καρδίας γιὰ πολλὰ ἔτη ἀκόμη νὰ τὸν διαποιμαίνετε ἐν ὑγείᾳ καὶ Χάριτι Θεοῦ. Χθὲς στὴν ὡραία Νάουσα καὶ σήμερα ἐδῶ στὴ πανέμορφη καὶ ἱστορικὴ πόλη τῆς Βέροιας. Αὐτὸ γιὰ μένα εἶναι ἐξαιρετικὴ τιμή.

Χαίρομαι εἰλικρινά, Σεβασμιώτατε, ποὺ βρίσκομαι καὶ πάλι κοντά σας, κοντὰ σὲ ἕνα διακεκριμένο Ἱε­ράρχη, μὲ βαθειὰ ἐπίγνωση τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του, ἀνύστακτο καὶ ἀκάματο ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου, ἄκρως φιλομόναχο καὶ μάλιστα ἁγιορείτη, καθ᾽ ὅσον οἱ πνευματικές σας ῥίζες βρίσκονται βαθειὰ μέσα στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Χαίρομαι ἐπίσης, ποὺ βρίσκομαι κοντὰ σὲ εὐλαβε­στάτους συμπρεσβυτέρους μου· ἀνάμεσα σ᾽ ἕνα εὐ­σεβῆ λαό, βαθειὰ προσηλωμένο στὰ ζώπηρα τοῦ Γένους μας· σ᾽ ἕνα τόπο πάρα πολὺ εὐλογημένο, τόσο ἀπὸ τὴν παρουσία καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅσο καὶ ἀπ᾽ αὐτὴ τῶν δύο μεγάλων ὁσιακῶν μορφῶν, τοῦ ἁγιορείτη ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ ὁσίου Ἀντωνίου τοῦ Νέου, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀν­τιλήπτορος καὶ πολιούχου σας, στὸν πάνσεπτο ἱερὸ Ναό τοῦ ὁποίου ἀξιωνόμαστε νὰ εἴμαστε ἀπόψε, Χάρι­τι Θεοῦ, συναγμένοι.

Τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας μας ἀπόψε εἶναι: «Δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου». Εἶναι ἕνα θέμα καίριο γιὰ τὴν ἀλη­θινὴ κατὰ Χριστὸν ζωὴ καὶ πολὺ ταιριαστὸ μέσα σὲ μία κατανυκτικὴ περίοδο, ὅπως αὐτὴ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὅπου διανύουμε, Χάριτι Θε­οῦ. Αὐτὰ τὰ ἁγιοπνευματικὰ λόγια τοῦ ἀποψινοῦ θέματός μας ἀποτελοῦν τὸ τρίτο, θὰ λέγαμε, μέρος τῆς θαυμάσιας εὐχῆς τοῦ Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου...» ποὺ ὅλη μαζὶ ἐπαναλαμ­βάνεται σ᾽ ὅλες τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Σ᾽ αὐτὸ τὸ τρίτο μέρος τῆς ἐν λόγῳ εὐχῆς ἀπευθύνουμε στὸν Κύριό μας δύο αἰτήμα­τα, πού, ἂν τὰ τηροῦμε σωστὰ σ᾽ ὅλη μας τὴν ζωή, θὰ μποροῦμε, Χάριτι Θεοῦ, νὰ θαῤῥοῦμε στὴν μετοχή μας στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε δύο θέματα, οὐσια­στικά, νὰ ἀναλύσουμε· πρῶτο: «τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα» καὶ δεύτερο: «μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου». Εἶναι δύο θέματα ἀλληλοεξαρτώμενα καὶ ἀλλη­λοτροφοδοτούμενα. Καὶ ὅσο καθοριστικὰ εἶναι γιὰ μία ἁγιοπνευματικὴ ζωή, ἄλλο τόσο δυσκολοκατόρθωτα εἶναι. Δηλαδὴ μόνο μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦμε νὰ τὰ ἐπιτύχουμε καὶ τὰ δύο. Χωρὶς Θεὸ εἶναι παντε­λῶς ἀνέφικτα. Καὶ αὐτὸ ὅλοι μας τὸ διαπιστώνουμε κάθε μέρα στὴν ζωή μας. Μόνοι μας, ὅσο καὶ ἂν ἀγωνι­ζώμαστε, ἀδυνατοῦμε νὰ τὰ πετύχουμε, καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο· καὶ τὸ «ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα» καὶ τὸ «μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου». Γι᾽ αὐτὸ ἱκετεύουμε τὸν Δεσπότη μας Χριστὸ νὰ μᾶς τὰ δώσῃ καὶ τὰ δύο δωρεάν, «δώρησέ μοι» λέμε, πέρα βεβαίως καὶ ἀπὸ τὴν δική μας προσπάθεια καὶ συνέργεια, ποὺ ὀφείλουμε νὰ καταθέτουμε διαρκῶς καὶ μ᾽ ὅλο τὸ φιλότιμό μας.

Ζητᾶμε, λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἀρχικά, ἀπὸ τὸν Κύριό μας νὰ μᾶς ἀξιώνῃ νὰ βλέπουμε ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τὰ δικά μας πταίσματα, λάθη· «δώρησαί μοι», λέμε, «τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα». Ὁ μετα­πτωτικὸς ἄνθρωπος ἀπόκτησε τὴν συνήθεια νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του πολὺ εὔκολα καὶ νὰ ἀσχολῆται μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὰ ἔργα τῶν ἄλλων, ὄχι βέβαια ἀπὸ ἀγάπη γι᾽ αὐτούς, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐντοπίσῃ τὰ λάθη τους, προκει­μένου νὰ καλύψῃ ἢ νὰ δικαιολογήσῃ τὰ δικά του λάθη. Ὁ μετὰ τὴν πτώση ἄνθρωπος, ἐξ αἰτίας τῆς φιλαυτίας του, ἔχει στήσει μέσα του μία καλὴ εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυ­τό του, ποὺ τὴν προσκυνάει αὐτάρεσκα. Καὶ αὐτὴ τὴν καλὴ εἰκόνα προωθεῖ, μὲ κάθε τρόπο, ἐνσυνείδητο ἢ καὶ ἀσυνείδητο, καὶ πρὸς τὰ ἔξω, προκειμένου νὰ καταξιώνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ ἀποσπᾷ τοὺς ἐ­παίνους τους γιὰ τὴν δική του πάντα ψεύτικη στήριξη καὶ κάλυψη τοῦ ἐσωτερικοῦ πνευματικοῦ κενοῦ του. Εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαῖο ὁ ἄνθρωπος νὰ παραδεχθῇ ὅτι εἶναι τέκνο τοῦ Ἀδάμ. Καὶ σὰν τέτοιο νὰ ἐνστερνι­σθῇ ὅτι μέσα του, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν νέο κατὰ Χριστὸν ἄν­θρωπο, ὑπάρχει καὶ ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ποὺ ἀντι­στρατεύεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μέσα μας, δηλαδὴ, εἶναι καὶ ὁ Χριστός, τὸν Ὁποῖο ἐνδυθήκαμε στὸ ἅγιο Βάπτισμα. Μέσα μας ὅμως ἐμφωλεύουν καὶ ὅλα τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας, τὰ ὁποῖα φυσικὰ ὑποδαυλίζει ὁ διάβολος, πρᾶγμα ποὺ ἐπιβεβαιώνει ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός μας λέγοντας: «ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι»1. Ἑπομένως εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔλθουμε εἰς ἑαυτούς, ὅπως ὁ ἄσωτος τῆς παραβολῆς. Νὰ σταματήσουμε νὰ περιεργαζώμαστε τοὺς ἄλλους γύρω μας καὶ νὰ στραφοῦμε μέσα μας· νὰ προσέξουμε καλὰ τὰ καθ᾽ ἡμᾶς, νὰ ἐντοπίσουμε τὰ δικά μας λάθη καὶ νὰ ἐπιδοθοῦμε ἀποκλειστικὰ στὴν διόρθωσή τους. Σ᾽ αὐτὴ τὴν ὅραση τοῦ ἑαυτοῦ μας ὀφείλουμε νὰ ἔχου­με τεταμένη τὴν προσοχή μας. Νὰ βλέπουμε κατάματα τὸν ἑαυτό μας μὲ εἰλικρίνεια καὶ τόλμη καὶ νὰ μὴ τοῦ χαριζώμαστε, γιὰ νὰ μὴ χρειαστῇ νὰ ἀκούσουμε τὰ αὐ­στηρὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας: «Τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς; ἢ πῶς ἐρεῖς τῷ ἀδελ­φῷ σου· ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος ἀπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ ἰδοὺ ἡ δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου; ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου»2. Σὲ μετάφραση: «Ἀλλά, γιατί βλέπεις τὴν ἀγκίδα, ποὺ εἶναι στὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου, καὶ τὸ δοκάρι, ποὺ εἶναι στὸ δικό σου μάτι, δὲν τὸ καταλαβαίνεις; Ἤ, πῶς θὰ πῇς στὸν ἀδελφό σου· ἄφησε νὰ βγάλω τὴν ἀγκίδα ἀπὸ τὸ μάτι σου, ἐνῷ τὸ δοκάρι εἶναι ἀκόμα στὸ μάτι σου; Ὑποκριτή, βγάλε πρῶτα τὸ δοκάρι ἀπὸ τὸ μάτι σου, καὶ τότε θὰ δῇς καθαρὰ γιὰ νὰ μπορέσῃς νὰ βγάλῃς καὶ τὴν ἀγκίδα ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου.

Βλέποντας μέσα μας θὰ ἐντοπίσουμε, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὰ δικά μας πταίσματα, θὰ τὰ παρατηρή­σουμε ἐπισταμένως, θὰ τὰ κατανοήσουμε προσεκτι­κά –αὐτὸ λέγεται αὐτογνωσία– θὰ τὰ παραδεχθοῦμε ὡς δικά μας, ὅσο ἐπώδυνο καὶ ἂν μᾶς εἶναι, καὶ στὴν συνέχεια καλούμαστε στὴν διαδικασία τῆς θεραπείας μέσα ἀπ᾽ τὴν εὐλογημένη αὐτομεμψία, δηλαδὴ νὰ μεμφώμαστε, νὰ κατηγορᾶμε τὸν ἑαυτό μας. Μέσα σ᾽ αὐτὴ τὴν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι διεργασία τῆς αὐτομεμψίας τε­λεσιουργεῖται τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας, ποὺ μᾶς χαρίζει τὸν θεϊκὸ καρπὸ τῆς ἀληθινῆς ταπεινώσεως. Ἄλ­λωστε, ποῦ θὰ βρεθῇ ψυχικὴ διάθεση γιὰ νὰ ἀσχοληθῇ κανεὶς μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, ὅταν ἀσχολῆται σο­βαρὰ μὲ τὶς δικές του καὶ κατηγοράει τὸν ἑαυτό του γι᾽ αὐτές; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει, πὼς εἶναι πραγματικὴ τρέλλα νὰ ἀφήσῃ κανεὶς τὸν νεκρό του καὶ νὰ πάῃ νὰ κλάψῃ ἄλλον. Ὅταν ὅμως ἀξιωθοῦμε καὶ δοῦμε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ τὰ πταίσματά μας, δὲν πρέπει νὰ πέσουμε στὸν πειρασμὸ καὶ νὰ ἀπελπιστοῦ­με, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Χριστό μας, ποὺ μᾶς χαρίτωσε νὰ τὰ βλέπουμε. Μάλιστα καὶ νὰ χαιρώμαστε ποὺ τὰ βλέπουμε, ὡσὰν ὁποὺ εἶναι τοῦ πα­λαιοῦ ἀνθρώπου συμπτώματα καὶ ἀῤῥωστήματα. Καὶ ἀσφαλῶς θὰ μᾶς ὁδηγήσουν σὲ πνευματικὸ θάνατο, ἂν ἐγκαίρως δὲν τὰ ἐντοπίσουμε καὶ δὲν τὰ θεραπεύσουμε μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας. Πιὸ εὔκολο εἶναι νὰ θερα­πεύσουμε τὶς δικές μας ἁμαρτίες πού, βεβαίως, καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον τὶς γνωρίζουμε. Ἀσφαλῶς καὶ μόνο γι᾽ αὐτὲς θὰ μᾶς ζητηθῇ λόγος ἀπὸ τὸν Θεό μας. Ἐπίσης ὀφείλουμε νὰ ἱκετεύουμε θερμὰ τὸν Χριστό μας νὰ μᾶς βοηθάῃ νὰ βλέπουμε τὰ πταίσματά μας διαρκῶς· δηλα­δὴ νὰ τὰ ἔχουμε πάντοτε μπροστά μας, ὅπως ὁ προφήτης Δαυΐδ, ποὺ ἔλεγε: «ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διαπαντός»3. Ὅταν παρατηροῦμε ἐπισταμένως τὰ λάθη μας, τὶς ἁμαρτίας μας, ἀφ᾽ ἑνὸς καρπωνόμαστε τὴν εὐλογημένη ταπείνωση καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου διασωζόμαστε ἀπὸ ἐνδεχόμενη ἐπανάληψή της, ἀφοῦ γνωρίζουμε πο­λὺ καλά, πόσο εὐόλισθοι εἴμαστε στὸ κακό. Αὐτὸς ποὺ διαθέτει πραγματικὴ αὐτογνωσία παίρνει πάνω του τὶς εὐθῦνες τῶν ἁμαρτιῶν του καὶ δὲν τὶς φορτώνει πάνω στοὺς ἄλλους, ὅπως οἱ προπάτορές μας. Σ᾽ αὐτὸ συνίσταται, κατὰ τὸν Μέγα Ἀντώνιο, ἡ μεγάλη ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου: «ἵνα τὸ σφάλμα αὐτοῦ ἐπάνω αὐτοῦ βάλῃ, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ προσδοκήσῃ πειρασμὸν ἕως ἐσχάτης ἁναπνοῆς». Δηλαδὴ «νὰ ἐπωμίζεται κανεὶς τὰ λάθη του, ἀπέναντι στὸν Θεό, καὶ νὰ προετοιμάζεται γιὰ τοὺς πειρασμοὺς μέχρι θανάτου». Ὀφείλουμε νὰ παραδεχθοῦμε, ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό μας, ὅτι γιὰ τὰ λάθη μας φταῖμε ἐμεῖς καὶ μό­νο καὶ κανεὶς ἄλλος. Ποτὲ δὲν φταῖνε οἱ ἄλλοι γιὰ μᾶς, οὔτε ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ αἰώνιος ἐχθρὸς τῆς σωτηρίας μας. Ἐμεῖς φταῖμε σ᾽ ὅλα· ἀπὸ τὶς κακίες μας, τὶς πονηρίες μας, τὶς ἀδυναμίες μας. Καὶ ἐμεῖς δίνουμε δικαιώματα καὶ στὸν διάβολο γιὰ νὰ μᾶς πειράζῃ. Ὁ ἄνθρω­πος τοῦ Θεοῦ παίρνει ἐπάνω του ὄχι μόνο τὰ δικά του πταίσματα ἀλλὰ καὶ τὰ πταίσματα ὅλων τῶν ἄλλων, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ ὄντας ἀνα­μάρτητος σήκωσε πάνω Του τὴν εὐθύνη τῶν ἁμαρτιῶν ὅλων ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων, κρεμασθεὶς πάνω στὸν Σταυρὸ μὲ ἀγάπη, γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὶς δικές μας ἁμαρτίες. Τὸ νὰ παίρνῃ κανεὶς ἐπάνω του, μὲ ἀγά­πη, ἀγόγγυστα, τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἄλλου, δηλαδὴ «τὸ βαστάζειν τὸ βάρος τοῦ ἀδελφοῦ» μας, κατὰ τοὺς ἁγί­ους Πατέρες, εἶναι πράγματι πολὺ μεγάλο, θεϊκό. Ἡ ἀγάπη, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, «πάντα στέγει»4, δηλαδὴ «πάντα σκεπάζει» τὸ σφάλμα τοῦ πλησίον. Ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν συμπληρώνει «οἵαν ὥραν σκεπάσομεν τὸ τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν πταῖσμα, καὶ ὁ Θεὸς σκεπάζει τὸ ἡμέτερον, καὶ ἐν ᾗ ὥρα ἐκφαίνομεν τὸ τοῦ ἀδελφοῦ, καὶ ὁ Θεὸς ἐκφαίνει τὸ ἡμέτερον». Ἄς δοῦμε, ἀδελφοί μου, τί ἔκανε ἐκεῖνος ὁ θαυμάσιος ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς, ὅ­ταν ἦλθαν ἐκεῖνοι οἱ ἀδελφοὶ ταραγμένοι καὶ τοῦ εἶ­παν· «ἔλα νὰ δῇς, Γέροντα, ὅτι βρίσκεται γυναίκα στὸ κελλὶ αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ ἀδελφοῦ;» Πόσο μεγάλη εὐσπλαγ­χνία ἔδειξε! Πόση ἀγάπη εἶχε ἡ ἁγία ἐκείνη ψυχή! Ἐπει­δή, βέβαια, κατάλαβε ὅτι ἔκρυψε ὁ ἀδελφὸς τὴν γυναίκα μέσα στὸ πιθάρι, πῆγε καὶ κάθησε πάνω σ᾽ αὐτὸ καὶ τοὺς εἶπε νὰ ψάξουν σ᾽ ὅλο τὸ κελλί. Καὶ ἀφοῦ φυσικὰ δὲν τὴν βρῆκαν, τοὺς λέει: «Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς συγχωρέ­σῃ». Ἔτσι, ἀφοῦ καὶ αὐτοὺς βοήθησε νὰ μὴ πιστεύουν εὔκολα κατηγορίες γιὰ τὸν πλησίον, στὴν συνέχεια συ­νέτισε καὶ αὐτόν, ἐπειδὴ ὄχι μόνο κάλυψε, μετὰ τὸν Θεό, τὴν ἁμαρτία του, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ τὸν διώρθωσε, μόλις βρῆκε τὴν κατάλληλη εὐκαιρία. Γιατὶ μόνο ποὺ τοῦ κράτησε τὸ χέρι, ἀφοῦ ἔβγαλε ὅλους τοὺς ἄλλους ἔξω καὶ τοῦ εἶπε: «φρόντισε γιὰ τὴν ψυχή σου, ἀδελφέ μου», ἀμέσως ντράπηκε, ἦρθε σὲ συναίσθηση καὶ κατανύχτηκε ὁ ἀδελφός. Ἀμέσως ἐπέδρασε στὴν ψυχή του ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ συμπάθεια τοῦ Γέροντα. Αὐτὸς ὁ Μέγας Παῦλος, ὁ μέχρι τρίτου Οὐρανοῦ ἀναβάς, ἔνοι­ωθε χειρότερος ἀπ᾽ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς. Καὶ ἄλλο­τε πάλι εὐχόταν νὰ γίνῃ αὐτὸς ἀνάθεμα, δηλαδὴ νὰ χα­θῇ καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς συμπατριῶτες του Ἰουδαί­ους, ἂν δὲν σώζονταν καὶ αὐτοί, παίρνοντας ἔτσι πάνω του τὶς ἁμαρτίες τους. Ἄν δυσκολευώμαστε νὰ βαστάζουμε πάνω μας τῶν ἄλλων τὶς ἁμαρτίες, τοὐλάχιστον νὰ τὶς σκεπάζουμε, γιὰ νὰ μᾶς σκεπάζῃ καὶ ἐμᾶς ὁ Θεός, καὶ ἂν μποροῦμε συνάμα νὰ βοηθᾶμε μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ διάκριση στὴν διόρθωση τοῦ ἄρρωστου ἀ­δελφοῦ μας μὲ τὴν βαθειὰ συναίσθηση ὅτι καὶ ἐμεῖς ἁ­μαρτωλοὶ εἴμαστε καὶ ὅτι ὁ Χριστός μας, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο: «ἦλθε εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι»5. Ἀλήθεια, πόσο πονάει κανείς, ὅταν βλέπῃ γο­νεῖς ποὺ δυσκολεύονται ἢ ἀρνοῦνται νὰ πάρουν πάνω τους τὰ πταίσματα καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν παιδιῶν τους· καὶ ἀντὶ νὰ τὰ συμβουλεύουν μὲ ἀγάπη καὶ ὑπομονή, νὰ τὰ καταριῶνται· Ἀντίθετα, πόσο θαυμάζει κανεὶς τοὺς γονεῖς ἐκείνους πού, ἐξομοιούμενοι μὲ τὸν Χριστό, προτιμοῦν νὰ πεθάνουν οἱ ἴδιοι, γιὰ νὰ ζήσουν τὰ παιδιά τους. Ὅποιοι παίρνουν πάνω τους τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων ἐξομοιώνονται μὲ τὸν Θεὸ καὶ θὰ βοηθηθοῦν πολὺ ἀπὸ τὸν Φιλεύσπλαγχνο Κύριό μας, καὶ ἐδῶ καὶ στὴν ἄλλη ζωή. Αὐτὸς ποὺ ἀναλαμβάνει τὶς εὐθῦνες τῶν ἁμαρτιῶν, τόσο τῶν δικῶν του ὅσο καὶ τῶν ἄλ­λων, κατηγοράει τὸν ἑαυτό του καὶ μόνο τὸν ἑαυτό του. Αὐτὴ ἡ αὐτομεμψία, σ᾽ αὐτὸν ποὺ τὴν καλλιεργεῖ, χαρίζει μία ἐσωτερικὴ ἐλευθερία, χαρὰ καὶ εἰρήνη, ποὺ δὲν εἶναι τοῦ κόσμου τούτου ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος αἰῶ­νος· δὲν φοβᾶται τίποτε καὶ κανέναν οὔτε καὶ αὐτὸν τὸν θάνατο.

λοι οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀναγνώριζαν τὴν μεγάλη εὐεργετικὴ δύναμη τῆς αὐτομεμψίας. Ῥωτήθηκε κάποιος Γέροντας ἀπὸ κάποιον ἄλλο: «Πές μου· τί πλέον εὗρες ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ, πάτερ». Καὶ ὁ ἐρωτη­θεὶς ἀπάντησε: «τὸ ἐν παντὶ ἑαυτὸν μέμφεσθαι», (δηλα­δή: «γιὰ τὸ κάθε τὶ νὰ κατηγορῶ τὸν ἑαυτό μου»). Καὶ ὁ ἐρωτήσας ἐπιβεβαίωσε ὅτι, πράγματι «ἄλλη ὁδὸς οὐκ ἔστι πλὴν ταύτης». Δηλαδή: «ἄλλος δρόμος σωτηρίας ἀπ᾽ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει». Ὅταν μάλιστα ἔννοιωθαν τὴν ἔλλειψη τῆς αὐτομεμψίας, πονοῦσαν πολύ. Ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν εἶπε κάποτε μὲ στεναγμό: «ὅλες οἱ ἀρετὲς μπῆ­καν σ᾽ αὐτὸ τὸ σπίτι ἐκτὸς ἀπὸ μία». Καὶ στὴν ἐρώτη­ση: «ποιά ἦταν», ἀπάντησε: «ἵνα ὁ ἄνθρωπος μέμψηται ἑαυτόν». Ἡ αὐτομεμψία συνυπάρχει μόνο στὴν συντρι­βὴ τῆς καρδίας. Εἶναι ἐργασία ἐπίπονη μόνον ἐκείνων ποὺ ἔχουν διαρκῶς στραμμένο τὸν νοῦ τους πρὸς τὸν Θεό, στὸν Ὁποῖο κατορθώνουμε τὴν ἀληθινὴ αὐτογνω­σία μας· ἐκείνων ποὺ ἔχουν τὴν βαθειὰ ταπείνωση νὰ θεωροῦν τοὺς ἑαυτούς τους ἁμαρτωλότερους ἀπ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους· ποὺ κατέχουν τὴν ἀληθινὴ δικαιοσύνη, ποὺ συνίσταται στὸ νὰ κατηγοροῦν πάντοτε τοὺς ἑαυ­τούς τους καὶ ὄχι τοὺς ἄλλους.

Δὲν εἶναι τόσο εὔκολο νὰ κατηγορᾶμε τὸν ἑαυτό μας γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας· θέλει πολλὴ τόλμη καὶ Θεία Χάρη. Τὸ νὰ κατηγορᾶμε ὅμως τὸν ἑαυτό μας γιὰ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων εἶναι πολὺ πιὸ δύσκολο· χρειάζεται μεγάλη θυσιαστικὴ ἀγάπη καὶ αὐταπάρνηση καὶ ἀσφαλῶς πολλὴ Χάρη Θεοῦ. Ἀλλ᾽ ὅμως νὰ ξέρουμε ὅτι αὐτὸ μᾶς κάνει θεοὺς κατὰ Χάριν· μᾶς κάνει ἀληθινὸ Παράδεισο. Πρέπει, ἀδελφοί μου, νὰ ἔχουμε ὑπ᾽ ὄψιν μας, ὅτι, κάθε φορὰ ποὺ κατηγορᾶμε τὸν ἑαυτό μας, γκρεμίζουμε τὸ πάθος τῆς ὑπερηφάνειας καὶ ἔτσι μπο­ροῦμε νὰ προσευχώμαστε μὲ παῤῥησία στὸν Θεό, σύμφωνα καὶ μὲ τὸ πατερικό: «εἰ μὴ ἄνθρωπος ἔχῃ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ὅτι ἁμαρτωλός ἐστιν, ὁ Θεὸς οὐκ εἰσα­κούει αὐτοῦ». Ὀφείλουμε ἐπίσης νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι καὶ ἡ αὐτομεμψία δὲν ἔχει τέλος ποτέ, καὶ καλούμαστε νὰ τὴν καλλιεργοῦμε μέχρι καὶ τὸν θάνατό μας, ἀφοῦ καὶ μέχρι ἐκεῖ συνέχεια ἁμαρτάνουμε, ἀκόμη καὶ ἂν φθάσουμε στὰ μέτρα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ποὺ ἔλε­γε: «οὐδὲν γὰρ ἐμαυτῷ σύνοιδα· ἀλλ᾽ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι· ὁ δὲ ἀνακρίνων με, Κύριός ἐστιν»6. Ἡ μεγάλη ἐργασία, τόσο τῆς αὐτογνωσίας ὅσο καὶ τῆς αὐ­τομεμψίας, βρίσκει βεβαίως τὴν ὁλοκλήρωσή της στὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως. Ἐξομολογούμενοι μὲ πνεῦμα ἀληθινῆς μετανοίας τὰ ἐν λόγῳ, ἔργῳ ἢ κατὰ διάνοιαν πταίσματά μας στὸ ἐπιτραχήλι τοῦ πνευματι­κοῦ μας πατέρα, ὡσὰν μπροστὰ στὸν Ἴδιο τὸν Δεσπό­τη μας Χριστό, λαμβάνουμε πλήρη καὶ δωρεὰν τὴν παρ᾽ Αὐτοῦ συγχώρησή τους. Ἐξομολογούμενοι, μὲ συντριβὴ καρδίας, ἐλευθερωνόμαστε ἀπὸ τὸν βαρὺ κλοιὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν δυναστεία τοῦ διαβόλου, καὶ μᾶς χαρίζεται παρὰ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ πνεῦμα υἱοθεσίας, «ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ ὁ Πατήρ»7, ἀληθεύον­τες πλήρως στοὺς ἑαυτούς μας, ὡς εἰκόνες καὶ τέκνα Θεοῦ.

Καὶ τώρα, ἀδελφοί μου, καιρὸς νὰ προχωρήσουμε στὴν ἀνάλυση τοῦ δευτέρου θέματός μας, ποὺ εἶ­ναι: «μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου». Ὁ ἄλλος, ὁ πλησίον μου, ὁ κάθε πλησίον μου, εἶναι ἀδελφός μου. Ἔχουμε τὸν Ἴδιο Οὐράνιο Πατέρα. Ὁ πλησίον μας εἶ­ναι ἀδελφὸς Κυρίου· εἶναι εἰκόνα Χριστοῦ· εἶναι ὁ παράδεισός μας. Οἱ Ἅγιοι ἔλεγαν: «εἶδες τὸν ἀδελφό σου· εἶδες τὸν Θεό σου». Τὸ ἔλεγαν καὶ τό ἔνοιωθαν. Πῶς ἐ­μεῖς τολμᾶμε καὶ κατακρίνουμε τὸν πλησίον μας, ὅταν ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς παραγγέλνει: «μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε»8. Εἶναι πολὺ μεγάλο ἁμάρτημα ἡ κατάκριση. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστός μας, προκειμένου νὰ μᾶς βοηθή­σῃ νὰ τὸ ἀποφεύγουμε μὲ κάθε μέσο, μᾶς χαρίζεται κα­τὰ κάποιον τρόπο, ὑποσχόμενος ὅτι καὶ Αὐτὸς δὲν θὰ μᾶς κρίνῃ· δὲν θὰ μᾶς καταδικάσῃ. Ὀφείλουμε, λοιπόν, νὰ μὴ κατακρίνουμε καθόλου τὸν ἄλλο, ἀπὸ ἀγάπη πρωτίστως πρὸς τὸν Δεσπότη μας Χριστό, ποὺ μᾶς τὸ παραγγέλνει. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος: «ἡ κρίση εἶναι ἀδιάντροπη ἁρπαγὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ἡ κατάκριση εἶναι καταστροφὴ τῆς ψυχῆς» αὐτοῦ, ποὺ κατακρίνει. Ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς κρατᾶ ἀπο­κλειστικὰ γιὰ τὸν Ἑαυτό Του αὐτὸ τὸ δικαίωμα λέγοντας: «Ἐμοὶ ἐκδίκησις (ἡ κρίσις δηλ.), Ἐγὼ ἀνταποδώ­σω»9. Καὶ αὐτὸ ἐπειδή, κατὰ τὴν ταπεινή μας ἄποψη, ὡς Δημιουργός μας γνωρίζει πολὺ καλὰ τὴν ἀδυναμία καὶ τὴν ἀῤῥώστια μας, νὰ εἴμαστε ἐπιεικεῖς στὸν ἑαυτό μας καὶ πολὺ αὐστηροὶ στοὺς ἄλλους. Ἀλλοίμονό μας, ἂν ὁ Πανάγαθος καὶ Φιλανθρωπότατος Κύριός μας πα­ραχωροῦσε στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως. Κάποτε, διαβάζουμε στὸ Γεροντικό, ἕνας Γέροντας πληροφορηθεὶς ὅτι ὁ τάδε ἀδελφὸς ἔπεσε στὴν πορνεία, εἶπε: «Ἄχ! Ἔκανε ἄσχημα». Ὅταν πέθανε ὁ ἀδελφός, ποὺ εἶχε ἁμαρτήσει, ἄγγελος Κυρίου πῆρε τὴν ψυχή του καὶ τὴν πῆγε σ᾽ ἐκεῖνον τὸν Γέροντα καὶ τοῦ εἶπε: «Νά, αὐτός, ποὺ κατέκρινες, κοιμήθηκε. Ποῦ, λοιπόν, προστάζεις νὰ τὸν βάλω, στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἢ στὴν κόλαση;». Τί φοβερὸ πρᾶγμα ἀδελφοί μου. Ἦ­ταν σὰν νὰ ἔλεγε ὁ ἄγγελος στὸν Γέροντα: «ἐπειδὴ ἐσὺ εἶσαι ὁ κριτὴς τῶν δικαίων καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν, πές μου, τί προστάζεις γι᾽ αὐτὴ τὴν ταπεινὴ ψυχή; Τῆς δίνεις Χάρη ἢ τὴν καταδικάζεις;». Ὁ Γέροντας, φυσικά, μετανόησε πικρὰ καὶ πῆρε τὸ μάθημά του ποτὲ νὰ μὴ ξαναπέσῃ σ᾽ αὐτὸ τὸ φοβερὸ ἁμάρτημα τῆς κρίσεως καὶ τῆς κατακρίσεως. Μὲ ἐμᾶς ὅμως «τί μέλλει γενέσθαι», ποὺ πέφτουμε συνέχεια σ᾽ αὐτὸ τὸ μέγα ἁμάρτη­μα;

Πράγματι, πόσο λυπηρὸ εἶναι, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀντὶ νὰ παρακαλᾶμε μαζὶ μὲ τὴν γλυκειά μας Παναγία καὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων, νὰ ἁρπάζουμε τὴν κρίση ἢ τὴν κατάκριση ἀπὸ τὸν Χριστό μας, ὅταν ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς Πατὴρ ἀνέθεσε τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως στὸν Υἱὸ καὶ Λόγο Του, τὸν Χριστό μας, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Λουκᾶς: «ὁ Θεὸς ἔστη­σεν ἡμέραν ἐν ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν οἰκουμένην ἐν δι­καιοσύνῃ, ἐν ἀνδρὶ ᾧ ὥρισε, πίστιν παρασχὼν πᾶσιν, ἀναστήσας αὐτὸν ἐκ νεκρῶν»10, δηλαδή, «ὁ Θεὸς ὥρισε ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία μέλλει νὰ κρίνῃ τὴν οἰκουμένη μὲ δικαιοσύνη, μὲ ἄνδρα, τὸν Ὁποῖον ὥρισε κριτή. Ὅτι δὲ Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ κριτὴς ὅλων μας, ἔδωκε βεβαία περὶ Αὐτοῦ ἀπόδειξη ὁ Θεός, ἀναστήσας τὸν ἄνδρα τοῦτον, τὸν Χριστὸ δηλαδή, ἐκ νεκρῶν». Καὶ ὅταν ἀ­κόμη ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός μας μᾶς βεβαιώνει ὅτι: «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον»11.

Τί ἀπάντησε ὁ Χριστός μας στοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους, ποὺ Τοῦ πῆγαν μπροστά Του ἐκείνη τὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα τοῦ Εὐαγγελίου; «Ὁ ἀνα­μάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾽ αὐτήν», γιὰ νὰ πῇ καὶ στὴν ἴδια, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν κατηγόρων της: «οὐδὲ Ἐγὼ σὲ κατακρίνω· πορεύου καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε»12. Ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ μας νὰ μὴ κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους σίγουρα μᾶς βοηθάει νὰ μὴ πέφτουμε σ᾽ αὐτὸ τὸ φοβερὸ πάθος. Ἀναφέ­ρεται στὸ Γεροντικό ὅτι: Κάποτε σ᾽ ἕνα κοινόβιο ἕνας μοναχός, ἀμελὴς στὰ πνευματικά, ἔπεσε βαριὰ ἄῤῥω­στος καὶ πλησίαζε πρὸς τὸν θάνατο. Ὁ ἡγούμενος καὶ οἱ λοιποὶ πατέρες τὸν περικύκλωσαν, γιὰ νὰ τοῦ δώσουν θάῤῥος στὶς τελευταῖες στιγμές του. Παρατήρησαν ὅμως μὲ ἔκπληξη, πὼς ὁ ἑτοιμοθάνατος ἀδελφὸς ἀντίκρυζε τὸν θάνατο μὲ εἰρήνη καὶ ψυχικὴ γαλήνη. «Παιδί μου», τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, «ὅλοι ἐδῶ ξέρουμε πὼς δὲν ἤσουν τόσο ἐπιμελὴς στὰ πνευματικά σου καθήκοντα. Πῶς πᾶς μὲ τόσο θάῤῥος στὴν ἄλλη ζωή;» Καὶ ὁ ἑτοιμοθάνατος ἀπάντησε: «ἔτσι εἶναι, ὅπως τὰ λέτε. Ἕνα ὅμως πρᾶγμα τήρησα στὴν ζωή μου. Δὲν κατέκρινα ποτὲ ἄνθρωπο καὶ ἐλπίζω σ᾽ Αὐτὸν ποὺ εἶπε “μὴ κρίνετε γιὰ νὰ μὴ κριθῆτε” ὅτι δὲν θὰ μὲ καταδικά­σῃ». «Πορεύου εἰρηνικὰ στὸ αἰώνιο ταξίδι σου, παιδί μου», τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, μὲ θαυμασμό· «ἐσὺ κατόρθωσες χωρὶς κόπο νὰ σωθῇς». Πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε τὴν κατάκριση, γιατὶ σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Χρι­στοῦ μας «ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε», δηλαδή, «μὲ ὅποιο μέτρο κρίνετε τοὺς ἄλλους, μ᾽ αὐτὸ τὸ ἴδιο καὶ σεῖς θὰ κριθῆτε». Εἶναι νόμος πνευματικός, ὅτι γρήγορα ἢ ἀργὰ θὰ πέσουμε, κατὰ παραχώρηση Θεοῦ καὶ πρὸς συμμόρφωσή μας, στὰ ἴδια ἁμαρτήματα, γιὰ τὰ ὁποῖα κατακρίναμε τοὺς ἄλλους. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπε­ται νὰ κρίνουμε ἢ νὰ κατακρίνουμε τὸν πλησίον μας, γιατὶ εἴμαστε ἐμπαθεῖς, ἄῤῥωστοι, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ κινηθοῦμε ἀπὸ μῖσος καὶ μνησικακία. Θὰ πέσουμε, σίγουρα, ἔξω στὴν κρίση μας καὶ χωρὶς ἄλλο θὰ ἀδική­σουμε, παίρνοντας μεγάλο κρίμα καὶ βάρος αἰώνιο πάνω μας. Ὅποιος κατακρίνει δὲν ἔχει ἴχνος ἀγάπης μέσα του. Ὁ ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἀναφέρει σχετικά: «Ἄκουσα μερικοὺς νὰ καταλαλοῦν καὶ τοὺς ἐπέπληξα. Καὶ γιὰ νὰ δικαιολογηθοῦν οἱ ἐργάτες αὐτοὶ τοῦ κα­κοῦ, μοῦ ἀπάντησαν, ὅτι τὸ ἔκαναν ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἐν­διαφέρον πρὸς αὐτόν ποὺ κατέκριναν. Ἐγὼ τότε τοὺς εἶπα, νὰ τὴν ἀφήσουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἀγάπη, γιὰ νὰ μὴ διαψευσθῇ ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «τὸν καταλαλοῦντα λάθρα τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον»13. «Ἐ­άν», προσθέτει, «ἰσχυρίζεσαι ὅτι ἀγαπᾷς τὸν ἄλλον, ἂς προσεύχεσαι μυστικὰ γι᾽ αὐτὸν καὶ ἂς μὴ τὸν κακολο­γῇς. Καὶ αὐτὸν ποὺ σοῦ κατακρίνει τὸν πλησίον, ποτὲ μὴ τὸν σεβαστῇς, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τοῦ πῇς: “σταμάτα, ἀδελφέ, ἐγὼ καθημερινὰ σφάλλω σὲ χειρότερα καὶ πῶς μπορῶ νὰ κατακρίνω τὸν ἄλλον;”. Ἔτσι μ᾽ ἕνα φάρμακο θεραπεύεις καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸν πλησίον σου». Ὅταν ἀκοῦμε κάποιον νὰ κατηγορῇ καὶ μεῖς δὲν μιλᾶμε, θεωρούμαστε καὶ μεῖς οἱ ἴδιοι συνένοχοι τῆς ἁ­μαρτίας του. «Ὁ διάβολος», κατὰ τὸν ἅγ. Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, «μᾶς πολεμάει λυσσαλέα νὰ μᾶς κάνῃ νὰ ἁ­μαρτήσουμε. Καὶ ἂν δὲν τὰ καταφέρῃ, μᾶς σπρώχνει νὰ κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους ποὺ ἁμαρτάνουν, καὶ ἔτσι μὲ τὸ δεύτερο νὰ μολύνῃ τὸ πρῶτο». Ἐκεῖνος ποὺ δὲν κατακρίνει, ὄχι μόνο ἐξωτερικὰ ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικά, ἔχει ἀναμφίβολα μεγάλο προσωπικὸ ὄφελος, ἀφοῦ, Χάριτι Θεοῦ, βιώνει μέσα του μεγάλη καὶ ἀναφαίρετη χαρά, εἰρήνη καὶ ἀνάπαυση, καταστάσεις παραδεισένι­ες, μακριὰ ἀπὸ φοβίες, ἀνασφάλειες καὶ ἄγχη, ποὺ ἀ­σφαλῶς ὅλοι θὰ τὸν ζήλευαν.

Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ κατακρίνουμε τὸν πλησίον μας, ὄχι μόνο γιατὶ δὲν τὸν ἀγαπᾶμε ἀληθινά, ἀλλὰ καὶ διότι τὸν ἀγνοοῦμε. Ποιός μπορεῖ νὰ ἰσχυριστῇ ὅτι γνωρίζει ἐπακριβῶς τὸν ἔσω ἄνθρωπο, τὴν καρδιὰ τοῦ πλησίον του; Μόνον ὁ Δημιουργὸς Θεός μας εἶναι «ὁ ἐτάζων νεφροὺς καὶ καρδίας». Ποιός μπορεῖ νὰ γνωρίζῃ καλὰ τὶς κληρονομικὲς καταβολὲς τοῦ ἄλλου; Ποιός γνωρίζει ἐπακριβῶς μέσα σὲ τί συνθῆκες τῆς ζω­ῆς γεννήθηκε, ἀνατράφηκε καὶ μεγάλωσε ὁ ἄλλος, καὶ κάτω ἀπὸ ποιές προϋποθέσεις ἁμάρτησε, καὶ ἐὰν καὶ πόσο μετανόησε, ἔστω καὶ λίγο πρὶν τὴν τελευταία ἀ­ναπνοή του; Ἐδῶ, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀγνοοῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ πῶς μποροῦμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε καλὰ τὸν ἄλλο; Ἠ δική μας ἡ κρίση τὶς περισσότερες φορὲς πάσχει· εἶναι λειψὴ καὶ ἄδικη· καὶ τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ πετυχαίνουμε, εἶναι νὰ παίρνουμε πάνω μας τὶς ἁμαρτίες αὐτῶν ποὺ κατακρίνουμε.

ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ὀνομάζει τὴν κατάκρι­ση «ἀσθένεια λεπτή, ἀλλὰ καὶ παχειά· παχειὰ βδέλλα, κρυμμένη καὶ ἀφανῆ, ποὺ ἀποῤῥοφᾷ καὶ ἐξαφανίζει τὸ αἷμα τῆς ἀγάπης», καὶ συνεχίζοντας λέγει, ὅτι ἡ κατάκριση εἶναι «ὑπόκριση ἀγάπης, αἰτία τῆς ἀκαθαρσίας, αἰτία τοῦ βάρους τῆς καρδιᾶς, ἐξα­φάνιση τῆς ἁγνότητος». Δηλαδή, «ὅποιος κατακρίνει, δὲν ἀγαπάει ἀληθινά, ἀλλὰ ὑποκρίνεται ὅτι ἀγαπάει καὶ νοιάζεται τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους. Μέσα του γίνεται ὅλος ἀκαθαρσία, ἀφοῦ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ἐγωϊσμὸ καὶ ὑπερηφάνεια. Βαραίνει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὴν ἀπου­σία τῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι πραγματικὸ ξαλάφρωμα καὶ ἀνάπαυση, καὶ τὴν παρουσία τοῦ μίσους, ποὺ ἀκριβῶς εἶναι μέγα καὶ ἀσήκωτο βάρος. Καὶ τελικὰ ἐξαφανίζει τὴν ἁγνότητα, γιατὶ δύσκολα νὰ κρατηθῇ ἁγνὸς στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, καὶ γρήγορα ἢ ἀργὰ θὰ ἐγκατα­ληφθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ πέσῃ στὰ αἰσχρὰ πάθη τῆς ἀτιμίας». Αὐτός ποὺ κατακρίνει δὲν καταδικάζει ἁπλᾶ τὸν ἄλλο· οὐσιαστικὰ τὸν ἑαυτό του καταδικάζει σὲ αἰώνια κόλαση, ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν ἔχει ἀληθινὴ ἀγά­πη, ποὺ εἶναι ἡ ὄντως ζωή, ὁ ἀληθινὸς παράδεισος. «Παράδεισός ἐστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἐν ᾗ ἡ τρυφὴ πάντων τῶν μακαρισμῶν», λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος. Ἡ ἀπουσία ἀγάπης εἶναι ἡ ἀληθινὴ κόλαση. Καὶ ἡ κατάκριση ἀποκαλύπτει τὴν παντελῆ ἀπουσία ἀγάπης μέσα μας, τὴν παντελῆ ἀπουσία πνευματικῆς ζωῆς μέσα μας. Ὁ Θεόδωρος Ντοστογιέβσκι ὁρίζει πώς: «κόλαση εἶναι τὸ μαρτύριο τοῦ νὰ μὴ ἀγαπάῃ κανείς». Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἐπάνω στὴν κατάκριση συναρ­τῶνται καὶ ἄλλα δύο πάθη: ἡ καταλαλιὰ καὶ ἡ ἐξουδέ­νωση. Μὲ τὴν καταλαλιά κουτσομπολεύουμε τὶς ἁμαρ­τίες τοῦ ἄλλου καὶ λέμε, ὅτι αὐτός ἔκλεψε, ὀργίστηκε. Μὲ τὴν κατάκριση καταδικάζουμε τὴν ἐσωτερικὴ διάθεση τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὅλο ἄνθρωπο, λέγοντας ὅτι αὐτὸς εἶναι κλέπτης, ὀργίλος, καὶ σὰν τέτοιος εἶναι καταχωρημένος στὸν μέσα μαυροπίνακά μας. Μὲ τὴν ἐξ­ουδένωση, ποὺ εἶναι τὸ χειρότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα δύο, ἀ­ποῤῥίπτουμε παντελῶς τὸν ἄλλο· τὸν ἀγνοοῦμε περιφρονητικά, τὸν ἐξευτελίζουμε ἐσωτερικὰ καὶ νοιώθουμε μία ἀπέχθεια ἐσωτερικὴ ἀπέναντί του. Ὁ καλὸς Θε­ὸς νὰ μᾶς σώζῃ καὶ ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ πάθη, ποὺ μᾶς ἀπογυμνώνουν ἀπὸ τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης καὶ μᾶς ἀπαξι­ώνουν ὡς παιδιὰ καὶ εἰκόνες τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθρωπίας. Ἂς ἔχουμε πάντα ἐνώπιόν μας τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «ὁ δοκῶν ἑστᾶναι, βλεπέτω μὴ πέσῃ»14. Ὅλοι, ἀδελφοί μου, κινδυνεύουμε. Ὅλοι μας εἴμαστε ἐπιῤῥεπεῖς στὴν ἁμαρτία· κανεὶς δὲν εἶναι στὸ ἀπυρόβλητο. Ἂς παραδειγματιζώμαστε ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν Γέροντα, ποὺ, ὅταν εἶδε τὸν ἀδελφό του νὰ ἁμαρτάνῃ, στέναξε βαθειὰ καὶ εἶπε: «ἀλλοίμονό μου, γιατὶ σήμερα πέφτει αὐτός· ὁπωσδήποτε αὔριο θὰ πέσω ἐγώ». Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος συμβούλευε τὰ πνευματικά του παιδιὰ νὰ βλέπουν ὅλους τοὺς ἄλλους ἁγίους, καὶ νὰ θεωροῦν μόνο τὸν ἑαυτό τους ἁμαρτω­λὸ καὶ ἔσχατο, γιατὶ ὅλοι θὰ σωθοῦν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως καὶ αὐτοὶ μόνο θὰ κολασθοῦν. Ἂς ἐνωτι­σθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας: «γίνεσθε οὖν οἰ­κτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί»15. Ἂς εἴμαστε σπλαχνικοὶ πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς, πρὸς πάντας. Μισοῦμε ἀσφαλῶς καὶ ἀποστρεφόμαστε τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ἀγαπᾶμε τὸν ἁμαρτωλό, τὸν κάθε ἁ­μαρτωλό. Τί μᾶς προτρέπει καὶ αὐτὸς ὁ μέγας ἀσκητής, ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος: «Μὴ μισήσῃς τὸν ἁμαρτωλόν. Πάντες γὰρ ἐσμὲν ὑπεύθυνοι. Διατί μισεῖς αὐτόν; Τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ μίσησον καὶ εὖξαι ὑπὲρ αὐτοῦ, ἵνα ὁ­μοιωθῇς τῷ Χριστῷ, ὅστις οὐκ ἠγανάκτει κατὰ τῶν ἁ­μαρτωλῶν ἀλλ᾽ ὑπερηύχετο. Διατί μισεῖς τὸν ἁμαρτω­λόν, ὦ ἄνθρωπε, ἆρα ὅτι οὐκ ἔστι δίκαιος κατὰ σέ; Καὶ ποῦ ἐστιν ἡ δικαιοσύνη σου, ὅτι οὐκ ἔχεις ἀγά­πην; Διατί οὐκ ἔκλαυσας ἐπ᾽ αὐτῷ;». Ὁποία ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία, ἀδελφοί μου, εἶχαν οἱ Ἅγιοι! Καὶ τοῦτο, γιατὶ μέσα τους εἶχαν τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ ὄντως Ἀγά­πη.

Κάποτε, καὶ τελειώνω μ᾽ αὐτό, ῥωτήθηκε ὁ ἀββᾶς Ποιμήν, πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποφύγῃ «τὸ κακῶς εἰπεῖν τῷ πλησίον», δηλαδὴ τὴν κατάκριση, καὶ ἀπάντησε ὡς ἑξῆς: «ἐμεῖς καὶ οἱ ἀδελφοί μας εἴμα­στε δύο εἰκόνες· ὅταν ὁ ἄνθρωπος νοιώθῃ μέσα του ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, τότε βλέπει τὸν ἀδελφό του καλὸ καὶ ἅγιο· καὶ ὅταν νοιώθῃ μέσα του ὅτι εἶναι καλός, τότε βλέπει τὸν ἀδελφό του κακὸ καὶ ἁμαρτωλό». Δηλαδὴ μὲ τὴν αὐτογνωσία καὶ μὲ τὴν αὐτομεμψία ἀποφεύγου­με τὴν κατάκριση. Καὶ αὐτὰ βεβαίως, τοῦ Θεοῦ συνερ­γοῦντος, μέσα ἀπὸ τὴν μυστηριακὴ ζωή, τὴν ἀδιάλει­πτη καὶ καρδιακὴ προσευχή, τὴν μελέτη τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων, τὴν μνήμη τοῦ θανάτου καὶ τὴν μνήμη τῆς ἀπολογίας μας μπροστὰ στὸ φοβερὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ μας, καθὼς καὶ μὲ τὶς ἅγιες πρεσβεῖες πάντων τῶν Ἁγίων, ἐξαιρέτως δὲ τῆς Παναγίας, Ἀχράντου, Ὑπερευλογημένης, Ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, τῆς γλυ­κυτάτης Μητέρας ὅλων μας.

Καὶ ἐσεῖς, Σεβασμιώτατε, εὐχηθῆτε, παρακαλῶ, γιὰ ἐνίσχυση τοῦ δύσκολου μέν ἄλλα θεάρεστου αὐτοῦ ἔργου μας, ὑπερβάσεως τῆς μεγάλης ἁμαρτίας τῆς κατακρίσεως, ποὺ λίγο–πολὺ ὅλους μᾶς βαραίνει, καὶ ἐ­μεῖς ὅλοι σὲ ἀντάμειψη, θὰ εὐχόμαστε ἀπὸ καρδίας, Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν νὰ σᾶς χαρίζῃ ὑγεία τελεία καὶ τὴν ἐξ ὕψους θεία δύναμη, γιὰ νὰ συνεχίζετε θεοφιλῶς καὶ εἰς ἔτη πολλὰ νὰ διαποιμαίνετε τὸν περιούσιο καὶ θαυμάσιο αὐτὸ λαό ποὺ σᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Πανοικτίρμων Κύριος. Γένοιτο. Ἀμήν!

Εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἀκούσατε· εὔχεσθε ὅλοι καὶ γιὰ μένα.

Καλή Ἀνάστασι!

Παρασκευή, 5/18 Μαρτίου 2016

1Ματθ. ιε΄ 19.

2Ματθ. ζ΄ 3-5.

3Ψαλμ. ν΄ 5.

΄ Κορ. ιγ΄ 7.

5Τιμ. α΄ 15.

΄ Κορ. δ΄ 4.

7Ῥωμ. η΄ 15.

8Ματθ. ζ΄ 1.

9Ῥωμ. ιβ΄ 19.

10Πράξ. ιζ΄ 31.

11Ἰωάν. ιβ΄ 47.

12Ἰωάν. η΄ 11.

13Ψαλμ. ρ΄ 5.

14Α΄ Κορ. ι΄ 12.

15Λουκ. στ΄ 36.