Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ — Ὁμιλία στὸ Ἱερὸ Προσκύνημα Ἁγίου Ἰγνατίου Ζόγκα Ἄργους ὑπὸ τὸν Δ/ντοῦ τοῦ Ρ/Σ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀργολίδος κ.Γεωργίου Καζᾶ, π.Γυμνασιάρχου

From ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ
Jump to: navigation, search

Ναύπλιο 13/01/2019

Εἰσήλθαμε ἤδη μὲ τὴν χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας στὸ νέο ἔτος. Μαζὶ μὲ τὶς ἐλπίδες καὶ τὶς προσδοκίες μας γιὰ τὴν νέα χρονιά, γεμίζει αὐτές τὶς ἡμέρες τὴν ψυχὴ μας εὔλογος προβληματισμὸς γιὰ τὴν ἔννοια τῆς ῥοῆς τοῦ χρόνου. Κι' αὐτὸ διότι ὁ χρόνος μαζὶ μὲ τὸν «δίδυμο ἀδελφὸ τοῦ τὸν χῶρο» κατὰ τὸν νεοφανῆ ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς ἀποτελοῦν τοὺς δύο βαρεῖς ζυγοὺς τοῦ ἀνθρώπου σὲ ὅλη τὴν ἐπὶ τῆς γῆς ζωή του, οἱ ὁποῖοι τοῦ περιορίζουν τὸν διακαῆ πόθο γιὰ τὴν ἀπολυτότητα.

Ἀντικρύσαμε, λοιπὸν τὸ νέο ἔτος τῆς χρηστότητας τοῦ Κυρίου. Ἀνταλλάξαμε πολλὲς καὶ θερμὲς εὐχὲς μὲ συγγενικὰ καὶ φιλικὰ μας πρόσωπα, ὅπως γίνεται συνήθως, γιὰ νὰ εἶναι τὸ νέο ἔτος χαρούμενο καὶ εὐτυχισμένο.

Δὲν ἀρκεῖ, ὅμως, νὰ μείνουμε μόνο στὶς ὡραῖες εὐχὲς καὶ στὸν πόθο γιὰ τὴν εὐτυχία.

Χρειάζεται καὶ κάτι συγκεκριμένο νὰ γίνει ἀπὸ μέρους μας. Ὁ μεγαλύτερος ἱεροκήρυκας τῆς ἐκκλησίας μας, τὰ λόγια τοῦ ὁποίου συγκλονίζουν ἐπὶ αἰῶνες τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν χάνουν ποτὲ τὴν ἐπικαιρότητα καὶ τὴν ἀξία τους, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ἔλεγε: «Ὅταν ἴδῃς ἐνιαυτὸν πληρωθέντα, εὐχαρίστησον τῷ δεσπότῃ… κατάνυξόν σου τὴν καρδίαν… εἰπὲ πρὸς ἑαυτόν· αἱ ἡμέραι τρέχουσι καὶ παρέρχονται, οἱ ἐνιαυτοὶ πληροῦνται, πολὺ τῆς ὁδοῦ προεκόψαμεν· ἄρα τί ἡμῖν εἴργασται καλόν; ἄρα μὴ κενοὶ καὶ ἔρημοι δικαιοσύνης ἁπάσης ἐντεῦθεν ἀπελευσόμεθα»; Δηλαδή, ὅταν δεῖς ὅτι συμπληρώθηκε ἕνας ἀκόμη χρόνος στὴν ζωή σου, εὐχαρίστησε τὸν Δεσπότῃ.... Φέρε σὲ κατάνυξη τὴν καρδία σου.... Πὲς στὸν ἑαυτό σου: Οἱ ἡμέρες τρέχουν καὶ φεύγουν, τὰ χρόνια συμπληρώνονται, προχωρήσαμε πολὺ στὸν δρόμο τῆς ζωῆς. Ἄραγέ τι καλὸ ἔχουμε κάνει; Μήπως τυχὸν φύγουμε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωὴ ἄδειοι καὶ ἔρημοι ἀπὸ κάθε ἀρετή;

Ἡ ἐκκλησία μας, ποὺ εἶναι ἡ πνευματικὴ Μητέρα ὅλων μας καὶ θέλει τὴν εὐτυχία καὶ αἰώνια σωτηρία μας, διαρκῶς μᾶς ὑπενθυμίζει τὸ πῶς πρέπει νὰ ζοῦμε, ἂν θέλουμε τὴν εὐτυχία μας. Σὲ ὅλες τὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες της, τὶς ὁποῖες συνέταξαν ἅγιοι Πατέρες, ἀκοῦμε πάντοτε ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς μας τὸ ἐξαίρετο αἴτημα: « Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα».

Κανένα ἄλλο ὂν δὲν ἔχει αἴσθηση τῆς ῥοῆς τοῦ χρόνου, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα τῆς μετρήσεώς του, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μόνος αὐτὸς προικίσθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ Δημιουργὸ μὲ λογική, χάρις στὴν ὁποία ὑπερβαίνει τὴν ἐνστικτώδη καταστάσῃ, κοινὴ σὲ ὅλα τὰ ἔμβια πλάσματα καὶ ἀνάγεται ἔτσι στὴν σφαῖρα τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ.

Ὁ χρόνος εἶναι ἡ αἰωνιότητα ποὺ μετριέται μὲ τὴν κινήσῃ, μὲ τὶς μεταβολές, λέει ὁ Ἅγιος Μάξιμος.

Αἰὼν σημαίνει «ἀειών», δηλαδὴ τὸ πάντοτε ὑπάρχον. Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἄφθαρτο, ἀναλλοίωτο. Καὶ αὐτὸ εἶναι μόνο ὁ Θεὸς καὶ ὅ,τι μὲ τὴν θέλησή Του μένει κοντά Του. Γι᾽αὐτὸ αἰὼν εἶναι ὁ ἀκίνητος χρόνος. Ὁ χρόνος ποὺ δὲν ἔχει φθαρτικὲς μεταβολές.

Τὸν χρόνο οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τὸν ἔβλεπαν κυκλικό, ἐπαναλαμβανόμενο, ὅπως κυκλικὴ εἶναι καὶ ἡ κινήση τῶν ἀστέρων ποὺ ῥυθμίζουν τὸν χρόνο.

Ὄχι μόνο οἱ διάφοροι λαοί, ἀλλὰ καὶ οἱ διάφορες πόλεις – κράτη τῆς Ἑλλάδος εἶχαν διαφορετικὸ τρόπο μετρήσεως τοῦ χρόνου. Ὁ Θουκυδίδης χώριζε τὸν χρόνο σὲ θέρη καὶ χειμῶνες. Οἱ Σπαρτιᾶτες χώριζαν τὸν χρόνο μὲ τὴν κινήση τῆς Σελήνης, ἐπίσης ἀπὸ τὴν πρώτη ὀλυμπιάδα τὸ 776 π.χ. ἢ ἀπὸ κτήσεως Ῥώμης.

Τίποτε καινούριο δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ἀφοῦ τὰ πάντα ξαναγυρίζουν, ἐπαναλαμβάνονται. Ἀπὸ ἐδῶ βγῆκε καὶ ἡ λανθασμένη ῥήση ὅτι: «Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται».

Ἡ χριστιανικὴ ἀποκάλυψη ἔφερε μία ἀνατροπή. Ὁ χρόνος εἶναι εὐθύγραμμος. Ξεκινάει ἀπὸ μία ἀρχή, ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ φθάνει σ' ἕνα τέλος, στὴν ἐσχάτη ἡμέρα ὅπου μπαίνουμε στὴν αἰωνιότητα, στὸ ἄχρονο, στὴν ἀφθαρσία.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ὀντότητα, ποὺ μετεωρίζεται, στροβιλίζεται, ἀνάμεσα στὸν χρόνο καὶ στὴν αἰωνιότητα, στὸ ἄπειρο καὶ στὸ μηδέν. Ζεῖ ἔτσι μία τραγωδία. Θέλει, ἔχει διακαεῖ πόθο, νὰ ζήσῃ αἰώνια.

Ἡ ἐμπειρικὴ γνώση τὸν πληροφορεῖ ὅτι μπροστά του χάσκει ἡ ἄβυσσος τοῦ θανάτου.

Ὁ χρόνος: παρελθόν, παρόν, καὶ μέλλον, στὸν χῶρο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἄρχισε μὲ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, καταργεῖται.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ῥωτᾷ καὶ θεωρεῖ δεδομένη τὴν ἀπάντηση: δὲν ἔχει τέτοια φύση ὁ χρόνος, ὥστε τὸ παρελθὸν νὰ ἔχει ἐξαφανισθεῖ, νὰ μὴν ὑπάρχει, τὸ μέλλον νὰ μὴν ἔχει ἀκόμη ἔρθει καὶ τὸ παρὸν νὰ εἶναι μία ἐλαχίστη στιγμή, ποὺ πρὶν καλά—καλὰ τὸ γνωρίσουμε φεύγει ἀπὸ μπροστά μας. Ἀκόμη καὶ ὁ Ἀριστοτέλης κάνει αὐτὲς τὶς παρατηρήσεις καὶ λέει ὅτι τὸ παρὸν εἶναι «ἄποσος χρόνος». Δηλαδὴ χρόνος ποὺ δὲν ἔχει καμία ποσότητα. Ἄρα χρόνος οὐσιαστικὰ δὲν ὑπάρχει.

Εἶναι ἀνθρώπινη ἐπινόηση γιὰ νὰ μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ συνεννοοῦνται καὶ νὰ αὐτοπροσδιορίζονται. Ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου ἀνέκαθεν ἦταν ἡ αἰωνιότητα μὲ διαφορετικὴ σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ λαοὺς ἔννοια: Γι' αὐτὸ τὰ νεκρικὰ ἔθιμα ἀπέβλεπαν σ' αὐτὸ μὲ τὰ κτερίσματα καὶ τὰ ἀφιερώματα στοὺς νεκρούς, ὥστε νὰ συνεχίσουν τὴν ζωή τους στὸν ἄλλο κόσμο. Ἐκεῖνο ποὺ ποθεῖ ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ἄχρονο, τὸ ἄφθαρτο, ἡ αἰωνιότητα.

Πῶς γίνεται ὅμως νὰ μποῦμε στὸ ἄχρονο, στὴν αἰωνιότητα ποὺ εἶναι καὶ περιοχὴ τοῦ Θεοῦ;

Μέσα ἀπὸ τὴν πίστη, τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Χριστό μας, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀγάπη: «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἔχει ζωὴν αἰώνιον».

Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος στὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή του ἀναφέρει: «Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ' ὡς σοφοὶ ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρὸν ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι (Ἐφ. ε ´, 15-16), δηλαδὴ νὰ προσέχετε λοιπὸν καλὰ πῶς ζεῖτε, μὴ ζεῖτε ὡς ἀσύνετοι ἀλλὰ ὡς συνετοί. Νὰ χρησιμοποιεῖτε σωστὰ τὸν χρόνο σας, γιατί ζοῦμε σὲ πονηροὺς καιρούς.

Ἡ προτροπὴ τοῦ Παύλου γιὰ σωστὴ χρήση τοῦ χρόνου τῆς ἐπιγείου ζωῆς μας, εἶναι ὅσο ποτὲ ἄλλοτε ἐπίκαιρη. Ἄλλωστε κατὰ κοινὴ ὁμολογία ζοῦμε σὲ δύσκολους καὶ χαλεποὺς καιρούς.

Ὁ χρόνος εἶναι ἕνα μεγάλο κεφάλαιο στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Διέπει τὴν ζωὴ καὶ τὴν ὑπόστασή μας. Διέπει τὴν φύση καὶ τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Θεωροῦμε τὸν χρόνο ὡς κάτι αὐτονόητο στὴν ζωή μας.

Ὅταν ὅμως μᾶς ζητηθῇ νὰ περιγράψουμε τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν ὁρίσουμε, θὰ διαπιστώσουμε ἀδυναμία νὰ τὸ πράξουμε. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ λέγαμε ὅτι ἀπασχολεῖ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ὠφέλιμη ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου.

Γενικὰ ὅμως ὁ χρόνος πρέπει νὰ ἀξιοποιεῖται δημιουργικά, γιὰ τὴν πνευματική μας προκοπὴ καὶ τὴν ἄσκηση φιλανθρωπίας. Ὁ χρόνος μας ἀξιοποιεῖται σωστὰ ὅταν ἠρεμοῦμε, ἀπαλλασσόμεθα ἀπὸ τὸ ἄγχος, ξεκουραζόμαστε, εἰρηνεύουμε, προσευχόμαστε καὶ ἀσκούμεθα πνευματικά. Ἡ ἀνάγνωση ψυχωφελῶν βιβλίων καὶ ἐντύπων, οἱ ραδιοφωνικὲς ἐκπομπές ποὺ ὠφελοῦν, οἱ ἐπισκέψεις σὲ ἱστορικοὺς χώρους, σὲ μοναστήρια καὶ ἐκκλησίες, καλλιεργοῦν πνευματικά, ἐπιμορφώνουν, ψυχαγωγοῦν καὶ ξεκουράζουν. Ἐπὶ πλέον νὰ ἐρχόμαστε σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὸν συνάνθρωπό μας, ἰδιαίτερα μ' αὐτόν ποὺ χρειάζεται τὴν βοήθειά μας.

Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος στέκεται μπροστὰ στὸν χρόνο μὲ σοβαρότητα καὶ ὑπευθυνότητα. Κατανοεῖ πὼς ὁ χρόνος εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή μας. Μᾶς δίνεται παράταση ζωῆς, παράταση γιὰ ἀγῶνα καθημερινά.

Ὁ καινούριος χρόνος θὰ μᾶς δώσῃ εὐκαιρίες, δυνατότητες, ποὺ ὀφείλουμε νὰ ἀξιοποιήσουμε.

Στὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων μας παρατηροῦμε ὅτι δὲν ἄφηναν στιγμὴ χαμένη, δὲν περνοῦσε ὁ χρόνος χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὠφέλιμη ἐνασχόληση. Ἀξιοποιοῦσαν τὸν χρόνο τους διαθέτοντάς τον σὲ τρεῖς τομεῖς: Ἔδιναν χρόνο στὸν Θεό, χρόνο στοὺς ἄλλους γύρω τους καὶ χρόνο στὸν ἑαυτό τους.

Νὰ δώσουμε καὶ ἐμεῖς χρόνο στὸν Θεό. Μέσα στὸ καθημερινὸ πρόγραμμά μας, μὲ τὶς πολλὲς καὶ ποικίλες ἀπασχολήσεις, πρῶτο μέλημά μας εἶναι ἡ ἀγάπη μας γιὰ τὸν Θεό.

Μεγάλο ἁμάρτημα γιὰ τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἀκηδία, ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀμέλεια. Γιατί τότε τὸ μυαλό μας καὶ τὴν σκέψη μας θὰ τὴν καταλάβουν οἱ ποικίλοι λογισμοὶ καὶ ἰδιαίτερα ἐφάμαρτοι γύρω ἀπὸ τὶς ὑλιστικὲς ἀπολαύσεις καὶ ἐφήμερες ἀπολαβές.

Ὁ δημιουργός μας ἔχει σ' ὅλους παραδώσει ἕνα χρεόγραφο, τὸ ὁποῖο θὰ τὸ ἀπαιτήσῃ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως ἐὰν τὸ ἔχουμε ἀξιοποιήσει πνευματικὰ καὶ θὰ ἔχουμε νὰ ἐπιδείξουμε ἔργα ἀγαθὰ καὶ εὐάρεστα στὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ γιὰ νὰ ἐπιτευχθῇ χρειάζεται ἀδιάκοπος πνευματικὸς ἀγώνας καὶ ἐπίκληση τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τὰ καταφέρουμε. Νὰ λέμε πάντοτε ὅτι «δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν καὶ ἐλπίζουμε στὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ποτὲ νὰ μὴν χαλαρώσουμε τὸν ἀγῶνα μας, γιατὶ ὁ μισόκαλος διάβολος «περιπατεῖ ὡς λέων ὠρυόμενος ζητῶν τίνα καταπίῃ». Καὶ θὰ καταπίῃ ὁποῖον συλλάβῃ ἐκτὸς τῆς Θείας Παρεμβολῆς τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ τὰ σωτήρια Μυστήριά της καὶ ἰδιαίτερα τῆς Μετανοίας καὶ τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Πρέπει, λοιπόν, νὰ ἀξιοποιοῦμε τὴν κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας ἐπ' ἀγαθῷ ἡμῶν τὴν ἰδίων καὶ τῶν συνανθρώπων μας, γιατί οἱ καιροὶ οὐ μενετοί εἰσι, ἰδιαίτερα στὴν ὑλόφρονα, ἀντιπνευματικὴ καὶ σαρκολατρευτικὴ ἐποχή μας.

Ὁ γλύπτης Λύσιππος, ἀγαλματοποιὸς τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου, εἶχε κατασκευάσει ἕνα παράξενο ἔργο τέχνης ποὺ τὸ εἶχε ὀνομάσει Καιρὸς ἢ Εὐκαιρία. Τὸ ἄγαλμα αὐτὸ εἶχε τὴν ἰδιαιτερότητα νὰ παριστᾷ ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἔχῃ τριχωτὸ τὸ ἐμπρόσθιο μέρος τοῦ σώματός του. Ἀντίθετα τὸ ὀπίσθιο ἦταν γυμνὸ καὶ φαλακρό. Ἡ σύνθεση αὐτὴ ἐσήμαινε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήνουμε καμία εὐκαιρία νὰ περάσῃ πνευματικὰ ἢ ἐπαγγελματικὰ ἀνεκμετάλλευτη. Γιατί ἄμα περάσῃ δὲν μποροῦμε πλέον νὰ τὴν πιάσουμε, γιατί γλιστράει. Γι᾽ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ λέμε τὸ «τοῦ Θηβαίου ἡγέτη» «ἐς αὔριον, τὰ σπουδαῖα» γιατί τὸ αὔριο πολλὲς φορὲς εἶναι καταστροφικὸ καὶ ἄπιαστο. «Χρόνου φείδου» ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας.

Ὁ χρόνος προσδιορίζεται καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ψυχικὴ καὶ πνευματική μας κατάσταση. Ἔτσι ἔχουμε τὸν ψυχικὸ καὶ συναισθηματικὸ χρόνο. Αὐτὸν τὸν χρόνο τὸν καταλαβαίνουμε ἀπὸ τὴν ποικίλη ψυχικὴ διάρκειά του.

Ὅταν περνᾶμε ὄμορφα καὶ χαρούμενα, ὁ χρόνος μας φαίνεται ὅτι περνάει πολὺ σύντομα. Αὐτὴ ἡ αἴσθηση εἶναι ἐντονότερη στοὺς νέους καὶ τὰ παιδιά.

Ἀντίθετα, ὅταν πονᾶμε ἢ ἤμαστε ἄρρωστοι ἢ περιμένουμε κάτι σημαντικό, τότε ὁ χρόνος μας φαίνεται ἀτελείωτος.

Ἔχουμε ἐπίσης τὸν λεγόμενο λειτουργικὸ χρόνο, ὁ ὁποῖος καταλύει τὰ χωροχρονικὰ ὅρια, φέρνοντας σὲ ἐπαφὴ καὶ κοινωνία τὸ ὅλο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ζώντων καὶ κεκοιμημένων πιστῶν. Οἱ ἅγιοι, οἱ ἄγγελοι καθὼς καὶ οἱ κεκοιμημένοι ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, εἶναι παρόντες τὴν ὥρα τῆς Θ. Λειτουργίας. Ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος ἀλλοιώνονται, ἐνῶ προγευόμαστε τὴν ἴδια τὴν Ὀγδόη Ἡμέρα, τὴν Ἡμέρα τοῦ Κυρίου. Ὡς γνωστὸν τὴν Ἡμέρα τοῦ Κυρίου οἱ ἔννοιες τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου ἀλλάζουν μέσα ἀπὸ τὴν Νέα Δημιουργία, ἡ θνητὴ φύση ἀφθαρτοποιεῖται, γίνεται «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» καὶ ἡ ζωὴ γίνεται αἰώνιος. Καὶ αὐτὸ ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ὅλη Δημιουργία Του.

Ἤδη μὲ τὴν Σάρκωση τοῦ Θείου Λόγου στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ χρόνος ὅπως γνωρίζουμε χωρίστηκε σὲ δύο τμήματα, τὴν ἐποχὴ «πρὸ Χριστοῦ» καὶ «μετὰ Χριστόν».

Ὁ Θεὸς εἶναι Ἄχρονος, Ὢν ὁ ἴδιος Ἀδημιούργητος.

Ὁ χρόνος εἶναι Θεῖο δημιούργημα, ἐνῶ ἡ Δημιουργία βρίσκεται μέσα στὸν χρόνο. Ἀκόμα καὶ οἱ πνευματικὲς ὀντότητες (ἄγγελοι, δαίμονες) δημιουργήθηκαν «ἐν χρόνῳ» λίγο νωρίτερα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἀλλαγὴ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς κτίσεως καὶ συμβαίνει μέσα στὴν ἀλλαγὴ τοῦ χρόνου, ἐνῶ ὁ Θεὸς εἶναι ὁ Ἴδιος Ἄχρονος καὶ Ἀναλλοίωτος.

Κλείνοντας τὴν ἀναφορά μας αὐτὴ στὴν ἔννοια τοῦ χρόνου θέλουμε νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ ἄμεση σχέση μας μὲ τὸν Σωτῆρα Χριστό μας, θὰ μᾶς δώσῃ τὴν δύναμη νὰ ζήσουμε σ' ὅλη μας τὴν ζωὴ μὲ ἀγάπη καὶ βαθιὰ πίστη. Μόνο αὐτὴ θὰ μᾶς τοποθετήσῃ στὴν περιοχὴ τῆς αἰωνιότητος, χωρὶς νὰ φοβόμαστε τὶς ὁποιεσδήποτε φθορὲς καὶ ἀλλοιώσεις μας, οὔτε ἀκόμη καὶ τὸν βιολογικὸ θάνατο, ἀφοῦ δὲν ἔχουμε «ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἐβρ. ιγ´,14).

Νὰ μὴν ζοῦμε κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου, νὰ ταχύνουμε τὸ βῆμα μας, «ἵνα μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ». Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι αἰώνιος κατάσταση καὶ δὲν κερδίζεται μὲ ἀργοπορίες καὶ καθυστερήσεις, ἀλλὰ μὲ βία πνευματική. Ἄλλωστε τὸ εἶπε ὁ Κύριος καὶ νὰ μὴν τὸ λησμονοῦμε: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσι αὐτήν».

Ὁ χρόνος εἶναι σὰν νὰ κρατεῖς στὴν χούφτα σου ἕνα σπόρο. Ἕνα σπόρο μικρό, μ' ἐκείνη τὴν ἀσύλληπτη δύναμη ποὺ ἔκρυψε μέσα του ὁ σοφὸς Δημιουργός. Γιατί ἕνας σπόρος εἶναι πλασμένος γιὰ νὰ γράψῃ μία ὁλόκληρη πορεία. Ἂν πέσῃ στὸ χῶμα καὶ θαφτῇ, τότε ἀρχίζει νὰ ζῇ. Θὰ φυτρώσῃ, θὰ ῥιζώσῃ, θὰ κάνῃ φυλλωσιὰ καὶ μπορεῖ νὰ εἶναι τόση, ποὺ νὰ δροσίζῃ τὸν περαστικό. Θὰ ἀνθίσῃ καὶ ἴσως γεμίσῃ χαρὰ μὲ τοὺς ἄνθους τὸν θλιμμένο διαβάτη.

Θὰ καρπίσῃ καὶ θὰ πλουτίσῃ ἐκεῖνον ποὺ τὸν φροντίσῃ μῆνες πολλούς.

Ἕνας σπόρος στὴν χούφτα μας ὁ νέος χρόνος. Μὲ κρυμμένη τὴν δύναμη ποὺ εἶναι στὸ χέρι μας νὰ μὴν τὴν χάσουμε. Καὶ εἶναι στὸ χέρι μας νὰ τὴν κάνουμε πίστη, ἀγάπη, γνώση, λαχτάρα γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς τὴν χάρισε.

Ἕνας σπόρος, ὁ νέος χρόνος, ποὺ ἀξίζει νὰ δώσῃ στὴν ζωὴ χαρὰ καὶ ἐλπίδα καὶ προοπτικὴ μιᾶς πλουσίας καρποφορίας.

Αὐτὸ ἂς εὐχηθοῦμε νὰ πραγματοποιηθῇ γιὰ ὅλους μας κατὰ τὴν διάρκεια αὐτοῦ τοῦ νέου ἔτους, στὸ ὁποῖο μᾶς εἰσήγαγε ἡ ἀγάπη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μας.

Καλή, εὐλογημένη καὶ εἰρηνικὴ χρονιά.